υποδείχνω

υποδείχνω
μετ.
1) указывать (на что-л.);

υποδείχνω τα λάθη (τίς ελλείψεις) — указывать на ошибки (недостатки);

υποδείχνω τον κίνδυνο — обращать внимание на опасность;

2) подсказывать (что-л.), наводить на мысль (о чём-л.);
του υπόδειξα πώς να... я ему подсказал, как...; 3) называть, предлагать (кого-что-л.);

υποδείχνω υποψηφιότητα — предлагать, называть кандидатуру;

υποδείχνω λύση — предлагать решение


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "υποδείχνω" в других словарях:

  • υποδείχνω — υποδείχνω, υπέδειξα βλ. πίν. 29 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • υποδείχνω — υπόδειξα και υπέδειξα, υποδείχτηκα, υποδειγμένος 1. δείχνω κάτι έμμεσα, πλάγια ή σιωπηρά, καθοδηγώ, πληροφορώ: Του υπέδειξα πώς να ενεργήσει. 2. συμβουλεύω, προτείνω: Υπέδειξε τη λήψη απόφασης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • υποδεικνύω — ὑποδεικνύω ΝΜΑ, και υποδείχνω Ν, και ὑποδείκνυμι ΜΑ [δείκνυμι / δεικνύω / δείχνω] δείχνω έμμεσα, διδάσκω με υποδείξεις ή υπαινιγμούς (α. «ποιος τού υπέδειξε να ακολουθήσει αυτή την τακτική;» β. «τίς ὑπέδειξεν ἡμῑν φυγεῑν ἀπὸ τῆς μελλούσης ὀργῆς» …   Dictionary of Greek

  • υποδηλώνω — υποδήλωσα, υποδηλώθηκα, υποδηλωμένος, φανερώνω κάτι έμμεσα, πλάγια, καλυμμένα, υποδείχνω: Το κύμα απεργιών υποδηλώνει αύξηση πληθωρισμού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»